- ὑποπῡΐσκω
- ὑπο-πῡΐσκω, unterwärts od. ein wenig faul machen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
υποπυΐσκω — Α 1. καθιστώ κάτι λίγο πυώδες·2. μέσ. ὑποπυΐσκομαι αρχίζω να μαζεύω πύον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + πύον + κατάλ. ίσκω (πρβλ. ἀπο πυΐσκω)] … Dictionary of Greek